Δε. Φεβ 26th, 2024
2
Κοινοποίηση

Η 7η Σεπτεμβρίου είναι η 250η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 251η σε δίσεκτα έτη. Είναι η ημέρα, το 1999, που η Αθήνα χτυπήθηκε από 5,9 Ρίχτερ τα οποία άφησαν πίσω τους χάος και 145 νεκρούς.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, στις 14:56:50 το ρήγμα της Πάρνηθας δίνει ένα σεισμό μεγέθους 5.9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ.

Το λεκανοπέδιο της Αττικής σείεται για μόλις 15 δευτερόλεπτα και ο σεισμός δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρός. Οι Αθηναίοι «κουνιόμαστε» αρκετά, αλλά κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι θα ακολουθούσε.

Λίγο αργότερα αποδεικνύεται ότι ο σεισμός είναι ο φονικότερος των τελευταίων 50 ετών και η φυσική καταστροφή με το μεγαλύτερο κόστος σε υλικές ζημιές που έχει συμβεί ποτέ στην Ελλάδα. Προκάλεσε πολλές καταστροφές εξαιτίας της εγγύτητάς του στην Αθήνα, με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, ανάμεσα στις Αχαρνές και τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας, καθώς και του μικρού εστιακού βάθους, από 9 μέχρι 14 χιλιόμετρα.

Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών ανακοίνωσε αρχικά ότι ο σεισμός προκλήθηκε από ρήγμα μήκους 15 χιλιομέτρων που καλύπτει την περιοχή μεταξύ Πεντέλης και Πάρνηθας.

Τελικά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ένας, αλλά δύο σεισμοί, μεγέθους 5,8 και 5,5 ρίχτερ, σε διαφορετικά ρήγματα και με διαφορά 3,5 δευτερολέπτων ο ένας από τον άλλο.

Ο αριθμός των θυμάτων του σεισμού υπολογίζεται σε 145· 36 άνθρωποι πέθαναν από τραύματα, 38 άνθρωποι έφεραν τραύματα από τα οποία κινδύνευε η ζωή τους ενώ 31 πέθαναν από ασφυξία. Οι περισσότεροι από τους θανάτους (102/111) οφείλονται σε καταρρεύσεις κτιρίων, τρία από αυτά εργοστάσια. Από τους υπόλοιπους, έξι έχασαν τη ζωή τους λόγω εμφράγματος του μυοκαρδίου, δύο από τραύματα όταν πήδηξαν από το κτίριο στο οποίο βρίσκονταν και ένας όταν χτυπήθηκε από ένα αντικείμενο. Τουλάχιστον άλλοι 85 σώθηκαν μέσα από τα συντρίμια, 2.000 τραυματίστηκαν και 50.000 έμειναν άστεγοι.

Ρικομέξ – Ένας «οιονεί τάφος»

Αν υπάρχει ένα μια υπόθεση που χαρακτηρίζει όχι μόνο τα γεγονότα της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 αλλά συνολικά την παθογένεια της χώρας, αυτή είναι του εργοστασίου της «Ρικομέξ», στο οποίο έχασαν τη ζωή τους 39 εργαζόμενοι, ανάμεσά τους και δύο έγγυες γυναίκες.

Οι συγγενείς τους έζησαν έναν «διπλό θάνατο»: την απώλεια των ανθρώπων αυτών και στη συνέχεια την αδιανόητη μάχη που έπρεπε να δώσουν στα δικαστήρια, χωρίς τελικά οι υπεύθυνοι να τιμωρηθούν.

Μόλις το 2012, η Περιφέρεια Αττικής αποφάσισε τελικά την καταβολή 13 εκατομμυρίων για αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων, καθώς οι υπηρεσίες της δεν είχαν εντοπίσει κανένα πρόβλημα στο κτίριο σε παλαιούς ελέγχους. Οι μηχανικοί που είχαν υπογράψει τις μελέτες των κτιρίων που κατέρρευσαν είτε αθωώθηκαν, λόγω παραγραφής των αδικημάτων, είτε αντιμετώπισαν πλημμεληματικές κατηγορίες και μετά την εξαγορά των ποινών τους συνέχισαν να εργάζονται κανονικά.

«Η κατάρρευση του κτιρίου της Ρικομέξ οφείλεται σε σωρεία παρατυπιών. Δεν αποδίδεται στον σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου του 1999. Ακόμη και ένας σεισμός μικρότερης έντασης θα ήταν αρκετός για την καθολική κατάρρευση του κτιρίου».

Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα του σκεπτικού της πρότασης με την οποία η εισαγγελέας Πρωτοδικών, Γεωργία Αδειλίνη, ζήτησε την παραπομπή σε δίκη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστηρίο Αθηνών έντεκα ατόμων -μεταξύ των οποίων μέλη του Δ.Σ. της Ρικομέξ, πολιτικούς μηχανικούς και τον αρχιτέκτονα του κτιρίου- με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή και κατά συναυτουργία (κακούργημα).

Στην πρότασή της, η Αδειλίνη χαρακτήρισε το κτίριο της Ρικομέξ «οιονεί τάφο», απαρίθμησε τις παρατυπίες (24 έναντι 32 υποστηλωμάτων που προέβλεπε η άδεια, έλλειψη δοκών, αυθαίρετη προσθήκη ορόφων, ελλιπή επισκευή από την πυρκαγιά του 1993 κ.ά.) και κατέστησε σαφές ότι η παράβλεψη όσων προέβλεπαν οι οικοδομικές άδειες του κτιρίου -στοιχείο που υπογραμμίζεται και στο πόρισμα των πραγματογνωμόνων- οδήγησε στον θάνατο 39 άτομα, μεταξύ των οποίων και ένα 11χρονο κορίτσι, και τον σοβαρό τραυματισμό άλλων πέντε.

«Συνέπεια όλων αυτών ήταν η κατάρρευση του κτιρίου και ο θάνατος ανθρώπων, πράγμα που οι κατηγορούμενοι γνώριζαν. Οι παραλείψεις είχαν ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση του κτιρίου από άποψη στατικής και αντοχής».

Η εισαγγελέας ζήτησε την παραπομπή σε δίκη των: Γεράσιμου Τσάση, Ξένης Τσάση, Χαρίδημου Μαγιάκου, Αικατερίνης Τσάση, Ευγενίας Λάμπρου, μελών του Δ.Σ. της Ρικομέξ, των πολιτικών μηχανικών Νικολάου Σχολίδη, Μιχάλη Τσάση, Εμμανουήλ Κοτζαστράτη, Αδαμαντίου Βασιλάκη και Κωνσταντίνου Αγαπίου, καθώς και του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Δόβα. Για τους παραπάνω, στην πρότασή της ανέφερε:

«Είναι φανερό ότι απέβλεπαν στο επιχειρησιακό κέρδος. Ναι μεν δεν επεδίωξαν το επελθόν αποτέλεσμα, ωστόσο προέβλεπαν ότι η εκπλήρωση της επιδίωξής τους θα είχε την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος, το οποίο αποδέχθηκαν και κατ’ αυτή την έννοια, το θέλησαν».

Λίγο αργότερα, οι 11 κατηγορούμενοι γίνονται 6, αφού το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών μειώνει τον αριθμό, παραπέμποντας τα μέλη του ΔΣ της Ρικομέξ, τον αρχιτέκτονα και τους πολιτικούς μηχανικούς. Για τους υπόλοιπους πέντε, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι δε γνώριζαν για τα λάθη και τις παραλείψεις που έγιναν στη Ρικομέξ. Στο εδώλιο όμως έκατσαν τελικά μόνο οι τέσσερις.

«Κανείς τελικά δεν έφταιξε. Μόνο τα παιδιά μας που εργάζονταν εκεί»

Μετά από πρωτοφανείς καθυστερήσεις, το 2004 κιαι σε πολύ φορτισμένο κλίμα, γίνεται η δίκη. Πρωτοβάθμια αθωώνονται δύο από τους τέσσερις κατηγορούμενους. Ο αρχιτέκτονας Νίκος Σχολίδης και ο μηχανικός Αλέξανδρος Δόβας καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 5 ετών, καθώς το Δικαστήριο μετέτρεψε το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση στο πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Και οι δύο αφέθηκαν ελεύθεροι καθώς το δικαστήριο έδωσε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεσή τους.

Στο μεταξύ η Ρικομέξ έχει κάνει αίτηση για πτώχευση και αρνείται να πληρώσει αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων. Το θέμα πηγαίνει στη Βουλή, όπου οι βουλευτές όλων των κομμάτων αρνούνται να παρέμβουν με νομοθετική ρύθμιση εναντίον της πτωχευσης, η οποία ψαρακτηρίζεται «προσχηματική», από τις οικογένειες των θυμάτων.

Το 2007 γίνεται και η δίκη σε δεύτερο βαθμό.

«Κανείς τελικά δεν έφταιξε. Μόνο τα παιδιά μας που εργάζονταν εκεί. Κανείς άλλος». Η κραυγή έσκισε τη σιωπή που απλώθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με το άκουσμα της λέξης «αθώοι» που εκστόμισε ο πρόεδρος στην υπόθεση.

Το δικαστήριο αποφάσισε ότι ο αρχιτέκτονας και ο μηχανικός δεν είχαν ευθύνη για τις κατασκευαστικές προσθήκες που έγιναν στο κτίριο, το οποίο, ούτως ή άλλως είχε πρόβλημα στατικότητας. Ο πρόεδρος του Εφετείου, Νίκος Λεοντής λέει: «Όλοι όσοι μπορεί να είχαν ανάμειξη δεν ήταν εδώ» και «η κατάρρευση του κτιρίου ήταν μια κακή συγκυρία. Δεν είχαμε όμως κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ενοχή των κατηγορουμένων. Πιστεύω η απόφασή μας να είναι κοντά στην πραγματικότητα».

Υπό μία έννοια είχε απόλυτο δίκιο: Η απόφαση του Εφετείου, αλλά και ο τρόπος που λειτούργησε η δικαιοσύνη ήταν πάρα πολύ κοντά στην ελληνική πραγματικότητα, η οποία θέλει διαχρονικά τα μεγάλα εγκλήματα να περνούν ατιμώρητα και γι αυτά να φταίει, με κάπως μεταφυσικό τρόπο, κάποια ακαθόριστη «μοίρα» ή δύναμη.

Στη χώρα των λωτοφάγων

Κάτω από τα ερείπια της Ρικομέξ δεν θάφτηκαν μόνο 39 άνθρωποι.

Θάφτηκε -όπως και στο «Σάμινα» και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις- η εικόνα μιας σύγχρονης Ελλάδας, μιας χώρας δικαίου και αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης σε όλους τους τομείς που πολύ έντεχνα, όμως, προβαλλόταν παράλληλα προκειμένου να διασφαλίσει στη χώρα την αναγκαία βιτρίνα που διατηρεί διαχρονικά.

Τα γεγονότα περνούν, ξεχνιούνται, τα αντικαθιστούν άλλα πιο «επίκαιρα», πιο πιεστικά, πιο «πιασάρικα».

Την εποχή του ίντερνετ που τρέχει με ταχύτητες φωτός, των hasgtag news και των σόσιαλ που το ακολουθούν κατά πόδας μάς είναι πιο εύκολο από ποτέ να ξεχνάμε. Το follow up, εξάλλου, η αναψηλάφιση των γεγονότων, δεν ήταν ποτέ το δυνατό μας σημείο σ΄αυτήν τη χώρα.

Αν προσπαθεί να έχει μια μικρή χρησιμότητα αυτή εδώ η στήλη, είναι ακριβώς αυτή: Όσα και όσοι θάφτηκαν στο χρόνο, να μην θάβονται τουλάχιστον και στη μνήμη και τις συνειδήσεις.

Η 7η Σεπτεμβρίου στην Iστορία

1833, Ναύπλιο. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας συλλαμβάνονται και φυλακίζονται στο Παλαμήδι από τη Βαυαρική Αντιβασιλεία, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

1937, Σαγκάη. Ιάπωνες στρατιώτες στην κατεστραμμένη από τους βομβαρδισμούς και τις μάχες διεθνή συνοικία της πόλης.

1943, Φιλιππίνες. Μετά από 10ετή ησυχία το ηφαίστειο Μαγιόν, που βρίσκεται 200 χιλιόμετρα νοτιοανατολική της Μανίλα, δίνει μια σειρά από εκρήξεις που αναγκάζουν τους κατοίκους των γειτονικών περιοχών να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.

1954, Ατλάντικ Σίτι. Οι 13 υποψήφιες για τον τίτλο της Μις Αμερική ποζάρουν για το φακό.

1960, Ρώμη. Ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνος κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα, με σκάφος τύπου Dragon, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης.

1963, Νίκαια. Η Αμερικανίδα ηθοποιός Τζέιν Φόντα και ο Γάλλος συνάδελφός της Αλέν Ντελόν τρώνε μαζί στο σετ στο οποίο γίνονται τα γυρίσματα της ταινίας «Η μαύρη τουλίπα».

1972, Ισραήλ. Μέλη της Ισραηλινής αποστολής, επιζήσαντες της τρομοκρατικής επίθεσης στο Ολυμπιακό Χωριό του Μονάχου, συνοδεύουν τα φέρετρα των νεκρών συναθλητών τους πίσω στο Ισραήλ. Έντεκα μέλη της αποστολής σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

1996, Λας Βέγκας. Η διασταύρωση στην οποία δολοφονήθηκε από αγνώστους ο σταρ της ραπ Τούπακ Σακούρ.

1999, Αθήνα. Ισχυρός σεισμός, μεγέθους 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, πλήττει την Αθήνα και αφήνει πίσω του 143 νεκρούς, περισσότερους από 700 τραυματίες, 50.000 αστέγους και ζημιές σε 70.000 κτήρια.

ΠΗΓΗ: cnn.gr