Πα. Μαρ 1st, 2024
Page38
Κοινοποίηση

«Βλέπεις τίποτα» τον ρώτησε ο Νίκος.

 «Πω-πω, ένας ροφός, ίσα με πέντε οκάδες θα ‘ναι. Να κι άλλο δίπλα, μεγάλο, σωστό αρνί», απάντησε.

Τι περιμένεις, ρε Νίκο, αμόλατο, επενέβη, ο μπάρμπα Μιχάλης, που ήταν στα κουπιά κι έκανε «σία». Άρπαξε τη μπόμπα, που ήταν τυλιγμένη σε εφημερίδα ο Νίκος, την κρατούσε με το δεξί χέρι, ενώ με το αριστερό πήρε το τσιγάρο από το στόμα του κι έβαλε φωτιά στο φυτίλι. Μόλις αυτό άρχισε να καπνοβολάει, κάνει έτσι μια να σηκώσει το χέρι και να ρίξει το «μπουρλότο» στη θάλασσα. Έντεσε το χέρι του στο κουπί κι η μπόμπα έπεσε μές τη βάρκα. Τα αποτελέσματα ήταν συγκλονιστικά..Δεν έμεινε κανένας!!!

 Δεν έχω πρόθεση να αναμοχλεύσω κακές μνήμες και δύσκολες καταστάσεις αλλά όλοι λίγο πολύ ζήσαμε ή ακούσαμε ότι στα χρόνια 1950-60 και λίγο μετά, ρίχνανε μπουρλότα στη θάλασσα για ψάρια. Ο βασικός λόγος ήταν να βγάλουν κάνα ψάρι να φάει η φαμελιά αλλά και να κονομήσουνε και κάνα φράγκο. Όμως αρκετές φορές ο μπουρλοτιέρης ήταν κι εκείνος που μοίραζε την ψαριά του σ όλο το χωριό άμα τύχαινε σε μεγάλο κοπάδι και πρόφταινε να τα βγάλει όλα στη στεριά. Ήταν όμως κι εκείνος που μπορούσε να μη γυρίσει στο σπίτι επειδή μια ατυχία θα τον είχε στείλει στον άλλο κόσμο.

¨Όταν έλεγαν οι χωριανοί μου πάμε για ψάρεμα εννοούσαν πάμε να ρίξουμε μπουρλότα¨!!! Αυτά μου διηγείται ο φίλος μου ο Κώστας Κονιδάρης από τον Πόρο που μου έδωσε πολλές καλές αλλά και κακές εικόνες απ αυτό το επικίνδυνο κυνήγι της τροφής.

¨Ακούστηκε µια δυνατή έκρηξη και η θάλασσα µανιασµένη όρµησε προς τον ουρανό. Ο Μίµης γυµνώθηκε, έµεινε τσίτσιδος και βούτηξε στην κρύα πρωινή θάλασσα. Με κάθε βουτιά έφερνε τρία µεγάλα µαύρα ψάρια, ένα σε κάθε χέρι κι ένα στα δόντια του: «Να γδυθεί κι ένας άλλος, λέει, δεν προλαβαίνω να τα µαζέψω ούλα και το ρέµα τα παίρνει στα βαθιά». Όσο για το Μίµη τον κουλό, εγώ ο ίδιος τον είχα δεί να προσπαθεί να φάει το φαγητό του αφού πρώτα κάποιος του έδενε µε ένα λουρί το κουτάλι στο κοµµένο στον καρπό του¨!!!. Αυτή είναι μια καταγραμμένη ιστορία από τις Βολίμες στη Ζάκυνθο (την έχω πάρει από το διαδίκτυο) αλλά θα ήταν πολύ εύκολο να ήταν μια ιστορία από κάποια χωριά  εδώ στη Λευκάδα που πριν μερικά χρόνια , έριχναν μπουρλότα.

Μπουρλότα έριχναν σχεδόν σε όλα τα  χωριά της Λευκάδας αλλά ΟΧΙ σε όλα τα ψαροχώρια. Στη Λυγιά π.χ. δεν έριχναν μπουρλότα γιατί γνώριζαν τις συνέπειες και είχαν σεβασμό στη θάλασσα, όπως μου λέει φιλος μου ,ερασιτέχνης αλλά τεχνίτης ψαράς με παράδοση, ο Θωμάς Καββαδάς. Αντίθετα στα χωριά που δεν είχαν λιμανάκια ή ψαράδες, κατέβαιναν στα απόκρημνα βράχια κι έριχναν. Ήταν πολύ επικίνδυνος και πολύ δύσκολος τρόπος ψαρέματος. Κονόμαγαν κάνα μασούρι δυναμίτιδας συνήθως απ αυτούς που έκαναν εκρήξεις για ν ανοίξουν δρόμους, στέρνες ή να σπάσουν μεγάλες πέτρες κλπ. Θυμάμαι τον μπάρμπα Βασίλη τον Κεμάλη , όταν γινόταν διάνοιξη στο δρόμο Κοντάρενα-Βασιλική στη θέση ¨αγναντέλι¨ που ανέβαινε ψηλά σ ένα κοντρί και με δυνατή φωνή φώναζε ¨φουρνέλοοο¨. Σε λίγο ακουγόταν η έκρηξη και σκόρπαγε σε μικρότερες πέτρες τα κοντριά για ν ανοίξει ο δρόμος..  Με αυτές λοιπόν τις εκρηκτικές ύλες  έφτιαχναν τα μπουρλότα τυλιγμένα με ταινίες, πανιά κλπ ώστε η έκρηξη να είναι δυνατή, αφήνοντας ένα κομμάτι φυτίλι 3-5 εκατοστά να περισσεύει. Μερικοί έβαζαν τη γόμωση μέσα σ ένα κουτί από γάλα ή κονσέρβα. Σ αυτό το φυτίλι έβαζαν φωτιά, συνήθως απ το τσιγάρο που είχαν στο στόμα τους και όταν άρχιζε να σπινθηρίζει το πέταγαν εκεί που είχαν εντοπίσει κοπάδι τα ψάρια. Επίσης το λίπασμα της νιτρικής αμμωνίας που έριχναν στις ελιές, ήταν πρώτη υλη που χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν μπουρλότα.!!

Εκρηκτική ύλη όμως ,έβρισκαν και με άλλους πολύ πιο επικίνδυνους τρόπους. Αμέσως μετά τον πόλεμο, έβρισκαν ΤΝΤ ανοίγοντας εκείνες τις πελώριες νάρκες θαλάσσης που τις είχαν ποντίσει οι Γερμανοί ή οι Εγγλέζοι στο Β παγκόσμιο πόλεμο και με κάθε θαλασσοταραχή έβγαιναν ατόφιες στις αμμουδιές ή στα βράχια. Οι νάρκες αυτές ποντίζονταν για να προσκρούσει κάποιο εχθρικό πολεμικό πλοίο και να ανατιναχτεί. Ιδού μια καταγραμμένη μαρτυρία. Τα πλοία Marburg και  Kybgels που εκτελούσαν διατεταγμένα δρομολόγια από Ιταλία για τον ανεφοδιασμό του κατοχικού στρατού προς τα νησιά του Ιονίου αλλά και προς την Πάτρα , χτύπησαν σε νάρκες ανάμεσα Ιθάκη και Βασιλική, στο κανάλι. Το Marburg βυθίστηκε σχεδόν αμέσως. Το άλλο έφτασε στην Ιθάκη και βούλιαξε εκεί Έχω ακούσει τέτοια μαρτυρία από τη μάνα μου που ήταν 15 χρονών τότε αλλά και από άλλους Κονταριώτες που βρισκόταν στο βουνό Σίκερο, στο Φαγιά κι άκουσαν την έκρηξη και τις φωνές. Νόμιζαν-λέει- ότι ήταν τορπίλη του ¨Παπανικολή¨..

Προσπαθούσαν λοιπόν ν ανοίξουν τις νάρκες που κομμένες απ τους κάβους τους, έβγαιναν στις αμμουδιές ή στα βράχια για να πάρουν την γόμωση . Αρκετοί  πήγαιναν ακόμα και στην Πούντα, την Πογωνιά ή στο Μύτικα για Γερμανικές νάρκες ξηράς γιατί οι Γερμανοί για τον φόβο αποβάσεων των συμμάχων, είχαν γεμίσει τις αμμουδιές με αντιαρματικές νάρκες..Αυτό ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο γιατί με τα χτυπήματα ενεργοποιούσαν τον πυροκροτητή και –δυστυχώς- έσκαγε η νάρκη και γινόταν όλοι κορνιαχτός που λένε.

Η νάρκη αυτή βρίσκεται στη Βασιλική, στον κήπο του Γιάννη του Κολυβά !! Ο χαλκάς ήταν για να ποντίζεται η νάρκη και στην τρύπα υπήρχε ο πυροκροτητής που ενεργοποιούνταν όταν οι ακίδες χτυπούσαν επάνω σε καράβι ή άλλο σκάφος.

Υπάρχουν τέτοιες μαρτυρίες και στο Μεγανήσι και στη Βασιλική αλλά και στην Πούντα όπου σκοτώθηκαν νέα παιδιά στην προσπάθεια τους να πάρουν την εκρηκτική υλη για να φτιάξουν μπουρλότα.. Δυστυχώς στα μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο χρόνια, τα ατυχήματα ήταν πάρα πολλά κυρίως σε ανήξερα παιδιά όπως τα 6 ξαδέρφια από τους Πηγαδησάνους (από παλιά χειροβομβίδα) αλλά κι ο Σεφλός και ο Αντρίας (χρησιμοποιώ παρατσούκλια) που έπεσαν νεκροί από νάρκη στην Πούντα.

Μου διηγούνται ότι στην Πωγωνιά πήγαν Μεγανησιώτες για νάρκες αλλά δυστυχώς, δεν γύρισαν πίσω.. Επίσης στο Μεγανήσι στην τοποθεσία Ελιά, έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας ν ανοίξουν μια νάρκη ο Λούκας κι ο Παύλος.. Τέτοιες νάρκες που κόπηκαν με τα χρόνια από τις άγκυρές τους , έβγαζε η θάλασσα σε πολλές σπιάτζες. Θυμάμαι μια καφετιά,σκουριασμένη νάρκη(νάρκα τη λέγαμε) στην μεγάλη αμμουδιά της Βασιλικής που δεν μας άφηναν να την πλησιάσουμε  μήπως της πετάξουμε καμιά πέτρα κι εκραγεί. Τέτοια νάρκη υπήρχε και στο Βαθύ έξω απ το παλιό λιουτριβιό αλλά και στον Κάπρο στον Αη Νικήτα . Επίσης στην Τρίτη αβάλη κάτω απ τα Αθάνι γύρω στα 1950 , όπως μου διηγείται ο Πάνος ο Κορφιάτης, είχε ξεβράσει η θάλασσα μια θεόρατη νάρκη που πήγε ο Νίκος ο Ρομποτής να την περιεργαστεί μάλλον από περιέργεια και σκοτώθηκε. Μιλούσαν τότε ότι κάθε νάρκη περιείχε εκατοντάδες οκάδες δυναμίτιδα. Τόση δυναμίτιδα στα χέρια κάποιου θεωρούνταν περιουσία.

Ποιός εδώ στο νησί ήταν ειδικός ν ανοίγει νάρκες δεν έμαθα. Όμως μου είπαν ότι ένας που τον ήξεραν παντού κι επιχειρούσε να τις απενεργοποιήσει για να πάρει την εκρηκτική ύλη,  ήταν κάποιος Μύγας από το Θιάκι. Απ το Θιάκι είναι κι ο Γιάννης Ανδριανάτος που –λένε – ότι έχασε και τους δυό του καρπούς από δυναμίτιδα. Τώρα κάνει όλες τις δραστηριότητες με τεχνητά μέλη ,οδηγεί κι είναι και εξαιρετικός τραγουδιστής.

Ο Μύγας πλησίαζε την νάρκη κολυμπώντας με κάποια εργαλεία στην μέση του και κατάφερνε να την αφοπλίσει. Μετά την τράβαγε στη στεριά κι άρχιζε το κόψιμο με καλέμι.. 

Εκτός από τις νάρκες, υπήρχαν παντού κακοκρυμμένα πυρομαχικά, χειροβομβίδες, σφαίρες κλπ. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για τέτοια ατυχήματα από ευρήματα που υπήρχαν μέσα σε λιθιές ή πηγάδια , σε χωράφια και δάση η ακόμα και μες τη θάλασσα όπως π.χ. πίσω από το φρούριο , το κάστρο. Εκεί , στον βυθό της θάλασσας υπήρχαν μέχρι τη δεκαετία του ’60 εμφανή πυρομαχικά, κυρίως Ιταλικής προέλευσης που φαινόταν από την ξηρά. Τα είχε δει και μου το λέει ο φίλος μου ο Φίλιππος. Πολλά απ αυτά τα μάζευαν τα παιδιά με μακροβούτια, τα περιεργαζόταν , κοπάναγαν τα καψούλια με πρόγγα και η έκρηξη σφήνωνε κομμάτια στα μάτια, στο πρόσωπο, στα χέρια, αν γλύτωναν ακρωτηριασμό ή τραυματισμό. Πάντα υπήρχε ο κίνδυνος ατυχήματος μέχρι που τα μάζεψαν-όσα μάζεψαν- οι υπηρεσίες του στρατού.

Στα δυτικά κυρίως χωριά όπου η πρόσβαση σε αστυνομίες και λιμενικά ήταν δύσκολη, το μπουρλότο ήταν μια συνηθισμένη πρακτική για να μαζέψουν ψάρια. Πάντα βέβαια εγκυμονούσε ο κίνδυνος να τους πιάσουν με τα ψάρια στα χέρια ή στο γάιδαρο που τα φόρτωναν μέχρι ν ανέβουν στο χωριό. Η έκρηξη ακουγόταν πολύ μακριά άσε που πάντα υπήρχαν και κάποιοι που θα το κάρφωναν στον τοπικό χωροφύλακα που εκείνη την εποχή ήταν γιομάτος ο τόπος. Υπήρχαν τμήματα χωροφυλακής σε πάρα πολλά χωριά. Βλέπετε ήταν λίγο μετά τον εμφύλιο και ακόμα τα πάθη δεν είχαν καταλαγιάσει.

¨Ο νούμερο ένα μπουρλοτιέρης του Πόρου ήταν ο Βαγγέλης ο Πατσαλίκας. Από αυτόν συνήθως έτρωγε ψάρια όλο το χωριό. Στον Πόρο όταν λέγαμε ψαράς εννοούσαμε μπουρλοτιέρη¨, μου διηγείται ο Κώστας Κονιδάρης.  

¨Αν εξαιρέσουμε –συνεχίζει ο Κώστας- τους αδελφούς Αρματά με την τράτα όλοι οι άλλοι ήταν μπουρλοτιέρηδες, άλλος φανερά και άλλος κρυφά. .Από ότι θυμάμαι 5,6 άτομα ήταν με ένα χέρι και ένας με κανένα. ¨Μούλεγε η μάνα μου ότι την δεκαετία του 60 ένας σαραντάρης έγινε κομμάτια προσπαθώντας να ρίξει ένα μπουρλότο. Τον μάζεψαν με τα κουταλάκια που λένε¨ . Από όλους θα αναφέρω αυτόν που είχε χάσει και τα 2 χέρια του, συνεχίζει ο Κώστας. ¨Λεγόταν Σπύρος Κ. και είχε τετραπλή ιδιότητα. Το παρατσούκλι του Κοτσόρης. Η πρώτη, ψαράς (μπουρλοτιέρης).Η δεύτερη αριστερός ψάλτης στην Αγία Μαρίνα. Το έφερνε δε βαρέως γιατί στα τελευταία του χρόνια του απαγόρευσε ο Δεσπότης να ψέλνει επειδή έριχνε μπουρλότα με… το στόμα(!!!). Η Τρίτη,  κυνηγός (χωρίς κανένα χέρι). Στερέωνε το τουφέκι σε κλαδιά και κυνηγούσε τραβώντας  τη σκανδάλη με ένα συρμάτινο άγκιστρο που του είχαν δέσει στο μπράτσο!!! Και η τέταρτη ποιητής. Τα ποιήματα που είχε γράψει τα είχε τυπώσει κάποιος δάσκαλος από το χωριό μας(ο πεθερός του Ηλία του Θερμού)αλλά κανείς δεν ξέρει τι απόγιναν¨.  ¨Εγώ δεν είμαι ποιητής παρά είμαι μόνο δυστυχής, μου άρεσε να κυνηγώ το ψάρεμα και το λαγό ,που ‘χε περίσσεια χάρη¨ έγραφε ο μακαρίτης.  

Υπάρχει και σχετικό μοιρολόι για μπουρλοτιέρη που χάθηκε.

 ¨Δε στο πα γιέ μου να μη πας να ρίξεις το μπουρλότο
Γιατ’ είδα όνειρο κακό πως θά μενες στον τόπο;
Δε στο πα η μαυρόμοιρη, δε στο πα η κακομοίρα
Πως θε να γίνει ο τάφος σου μαύρη δική μου μοίρα;
Στεφάνι γαμπριάτικο, γαρούφαλο στο πέτο
Στην εκκλησιά ευκιόμουνα να το φορέσεις φέτο.
Γαμπρό θα σε συνέβγανα, γαμπρό σε συνεβγάνω
Και στο νεκρό κεφάλι σου στεφάνι εγώ σου βάνω.¨.

Αυτά τα μοιρολόγια τα έλεγαν κυρίως στον Πόρο οι γνωστές ¨μοιρολοίστρες του Πόρου¨ όπως γράφει ο Χριστόφορος Σκλαβενίτης αλλά κι ο Θοδωρής ο Γεωργάκης και τις οποίες καλούσαν να μοιρολογήσουν και σε άλλα χωριά.

 Τις θυμάμαι αυτές τις παράξενες γυναίκες που μαυροφορεμένες πήγαιναν όπου τις καλούσαν όπως στο Σύβρο, στην κηδεία της θειάς μου της Μαρίας Μαραγκού .Εκεί θυμάμαι  τη μάνα μου που ήταν αδερφάδες και 2-3 Πορισάνες αλλά και Συβριώτισσες που την μοιρολογούσαν παρότι ήταν πλήρης ημερών.

Πολύ το μπουρλότο στη θάλασσα και κάτου απ το Καλαμίτσι και σ όλα τα απρόσιτα όπως είπαμε χωριά Πόρο, Εύγηρο, Αθάνι,Δράγανο, Τσουκαλάδες, Αγ.Νικήτα ,Μεγανήσι, στη Νικιάνα, Κάλαμο και άλλα.

Ανέβαιναν στα κοντριά στην άκρη της θάλασσας (π.χ.Καβαλικευτά, όξου κόντρο,πλάκα κλπ ) παρατηρούσαν υπομονετικά τα σημάδια της θάλασσας κι όταν έβλεπαν κοπάδι τα ψάρια, πέταγαν μια δυο πέτρες, μαζευόταν μπουλούκι τα ψάρια ,άναβαν το φυτίλι και το πέταγαν γρήγορα να μη σκάσει στα χέρια τους. Δυστυχώς γινόταν αρκετές φορές αυτό, στην προσπάθειά τους να διακρίνουν καλύτερα το μπουλούκι με τα ψάρια ή προκειμένου να μαζευτούν περισσότερα. Τέτοια περίπτωση, ίσως η τελευταία, μου ανέφεραν και κάτω απ τ Αθάνι στη Βοιδοκοιλιά όπου το 1977 σκοτώθηκε ακαριαία ο Σπύρος Χαλκιόπουλος-Μπρόνας γιατί άργησε να ρίξει το μπουρλότο που κρατούσε. Ήταν 47 χρονών..

Γέμιζε η θάλασσα σκασμένα ψάρια κι έπεφταν τσίτσιδοι  κολυμπώντας και τα μάζευαν σε καλάθια, σε απόχες ακόμα και σε τσουβάλια και τ ανέβαζαν στα χωριά μέσα στα τομαροσάκκουλα. Προσωπικά θυμάμαι , κοντά στα 1980 που περνώντας από το Καλαμίτσι με φώναξαν να δώ το θέαμα σ ένα κατώι γεμάτο ψάρια κεφάλια και γοφάρια που ήταν από μπουρλότα. Θεόρατα ψάρια που λαμποκοπάανε!

Τέτοια ψάρια, θεόρατα, λένε πως κόκευε από ψηλά ο Καλαμιτσώτης Πάνος  Κρητικός-Ντσίρης , ο γιός της Αλεφάντως(!). Πράγματι μεγάλος μπουρλοτιέρης ο Ντσίρης, μου διηγείται ένας φίλος που κατάγεται από εκεί. ¨ Θυμάμαι μικρός που ήρθε νύχτα στο σπίτι μας στη χώρα να κρυφθεί, κυνηγημένος από τους χωροφύλακες που του είχαν στήσει καρτέρι κάτου στην θάλασσα του Καλαμιτσού αλλά τους ξέφυγε κι ήρθε στη χώρα¨..

Εδώ ο Πάνος Κρητικός-Ντσίρης

 Μου είπαν πως ένας ακόμα καλός μπουρλοτιέρης   ήταν και  ο Άγγελος ο Κολοκάσης, απ το Καλαμίτσι κι αυτός. Τον έπιασαν με τα ψάρια στον ώμο και τον πήγαν στο δικαστήριο αλλά κέρδισε την αθώωσή του με την υπόσχεση ότι δεν θα ξαναπάει στη θάλασσα πράγμα που τήρησε μέχρι το θάνατό του. Λένε μάλιστα ότι κάπου πίσω στις απόκρημνες πλαγιές του Κομηλιού υπάρχει ο ¨βράχος του Κολοκάση¨ όπου ανέβαινε, αγνάντευε κι έριχνε μπουρλότα. Έριχναν όμως και στον Κόντρο, στο Γάιδαρο, στα Καβαλικευτά, στο Φυρνί, στην Πλάκα κλπ.

 Θα αναφέρω μερικά ονόματα και παρατσούκλια ή και δραστηριότητες, όπως μου τα είπαν κι όπως ακόμα παραμένουν στην προφορική παράδοση του κάθε χωριού. Στο Μαραντοχωρι, ονομαστοί για την τόλμη αλλά και τις επιτυχίες τους ήταν ο Μιχαηλάκης κι ο  Κατσούρης,. Στη Νικιάνα κατέβαιναν απ τα Μαυρογιανάτα ή τα Κολυβάτα κι έριχναν συνήθως κάτου απ του Μαγκαφά εκεί που είναι σχεδόν το Ionian blue οι Μπαρουταίοι, Βλαχαίοι, ο Δουβίτσας, ο Καρανάσος και άλλοι  .Μου διηγούνται ότι ένας απ αυτούς, ο Σταθαρής( Στάθης Φούρος)  , είχε μείνει κουλός από μπουρλότο. Ο καλός μου φίλος ο Φώντας ο Δουβίτσας που ξέρει αλλά ακούει και πολλά, τους πρόλαβε τους μπουρλοτιέρηδες και μου είπε ότι ¨μπουρλότο έριχναν αρκετοί. Κάποτε ο Νίκος ο Ρίπας έφερε ένα καλάθι στο χωριό με κεφάλια για πώληση. Τον ρωτάει ο σταθμάρχης μήπως είναι από μπουρλότο; Μπααα, τι λες αστυνόμε. Οχι. Αλλά για καλό και για κακό πέταξε το κεφάλι.!! Και φυσικά, του τα κατάσχεσε..¨ Επίσης στον Αη Νικήτα σ ακόμα παλιότερα χρόνια, ο Απόστολος Φέτσης (1876-1930), ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος που ασχολούταν με τη γεωργία και το ψάρεμα. Είχε πάντα  γενειάδα και ήταν μονόχειρας (το δεξί του χέρι από τον αγκώνα και κάτω.Το έχασε από “μπουρλοτο”).

¨Σαν Καλαμιτσιώτισσα-μου λέει μια γνωστή μου- πρόλαβα πολλές διηγήσεις από τους θείους μου και ειδικά τον Ευγένιο Καρύδη για ψάρεμα με δυναμίτη τη δεκαετία του ’50 και του ’60…. τότε που πεινούσαν πραγματικά οι άνθρωποι και οι γυναίκες έτρεχαν σε Κατούνα και Ξηρόμερο για ένα ‘ξεροκόμματο’….μεταξύ αυτών και η γιαγιά μου Αγγελική Περδικάρη¨.

Μου διηγήθηκαν επίσης μια ιστορία ότι ο ίδιος ο Γιώργος που τον έλεγαν ¨αεροπόρο¨ έλεγε ότι όπως βούτηξε μετά από μπουρλότο να αρπάξει τα ψάρια έπεσε επάνω σ ένα …σκυλόψαρο. Αλήθεια-ψέματα, δεν ξέρει κανένας. Όμως ο Πατίτσας –λένε- είχε σημάδια κι αυτός από  δαγκώματα σκυλόψαρου στο χέρι του , όπως κι ο Καραπάνος κι ο Νταλαράκιας. Λένε ότι έριχνε κι ο Μπαταρίας, οι Γαζαίοι, ο Καλύβας που έχασε το χέρι του, όπως κι ο Βασιλάκης που βρέθηκε στην ¨πράσινη πλάκα¨. Επίσης ο Ντόβας που πούλαγε στα χωριά κυρίως ξύδι( !) ήταν κουλός γιατί είχε χάσει το ένα του χέρι απ τον καρπό με το δυναμίτη. Τέτοιες περιπτώσεις, οι παλιότεροι ίσως θυμόμαστε αρκετούς με σημάδια στο πρόσωπο, με κομμένα χέρια ψηλά ή χαμηλά.

Μου είπαν μια τραγική ιστορία για τον τελευταίο ίσως μπουρλοτιέρη του Πόρου που πήρε την σκυτάλη νέος , μυημένος από τον πατέρα του και τον θείο του. Το όνομά του είναι σε πολλούς γνωστό  γιατί χάθηκε σχετικά πρόσφατα, εξαφανίστηκε κυριολεκτιά όταν η βάρκα του αναποδογύρισε μεταξύ Νυδριού και Σκορπιού.

Πολλές μαρτυρίες υπάρχουν κι από το Μεγανήσι.  ¨Ο Νιόνιος ο Μπιζινής  – μου λέει ένας καλός φίλος , θυμάμαι από μικρός να έχει μόνον ένα χέρι. Το άλλο, από τον καρπό και κάτω ήταν κομμένο. Το είχε χάσει από δυναμίτη. Όμως δεν σταμάτησε να ρίχνει μπουρλότα ακόμη και με ένα χέρι.

Ο Έκτορας – συνεχίζει– με δική του βάρκα, ψάρευε με δυναμίτη μετά τον πόλεμο, ενώ είχε για βοηθούς τους γιούς του.  Το μπουρλότο έσκασε στο χέρι του πατέρα και τον σκότωσε επιτόπου και έβγαλε το ένα μάτι του γιού του. Μιλάμε για καταστροφική λειτουργία των ανθρώπων στην προσπάθειά τους να ταΐσουνε την οικογένειά τους που πολλές φορές κατέληγε σε τραγωδία¨.

¨Παιδάκι άκουσα στο μαγαζί του Παύλου ιστορίες για μπουρλότα, ατυχήματα και θανάτους από τον Γιώργο τον Κουτσό να λέει ότι κάποτε θέλησαν να “χτυπήσουν” μια ολόκληρη ξέρα με μία νάρκα, “να σηκώσουν απάνου ότι υπήρχε και δεν υπήρχε πάνω σ’ αυτήν. Έτσι και έκαναν. Με το που έφυγε όμως η νάρκα από τα χέρια του Έκτορα, δεν πρόλαβα καλά -καλά να τραβήξω δεύτερη κουπιά συνέχισε ο Γιώργος ο Κουτσός που σηκώθηκε όλη η θάλασσα στον αέρα, ένιωσα ένα πολύ μεγάλο χτύπημα στον πάτο της βάρκας, άνοιξαν οι αρμοί της κι αμέσως άρχισε νά κάνει νερά. Βουλιάξαμε αλλά μας έσωσε ο άη Νικόλας¨.

Ήταν τέτοια η ανάγκη του κόσμου για την συλλογή τροφής μετά τους πολέμους που έκαναν τα πάντα για να την έχουν. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ακόμα κι όταν έγινε η κατάρρευση του μετώπου και γύριζαν με τα πόδια οι στρατιώτες στα σπίτια τους, είχαν στους γυλιούς τους μασούρια με δυναμίτιδα ¨μπαμπακομπερίτιδα ¨την έλεγαν , ώστε να έχουν για μπουρλότα!!

 Τι είδους όμως ποιότητα είχαν τα ψάρια? Πολύ καλά αν ήταν χοντρά ψάρια. Αν ήταν μικρά, δεν άξιζε. Όσο έμεναν χάλαγαν. Ένας καλός φίλος μου είπε ότι η μάνα του τον συμβούλευε¨ Αν τηγάνιζες για παράδειγμα γόπα και έβλεπες ότι η ουρά της κι όσο την τηγάνιζες ανασηκώνονταν προς τα επάνω καi η σάρκα της στο ίδιο μέρος ξεκόλλαε από το κεντρικό ψαράγκαθο, ήξερες ότι ήταν “από μπουμ“.

Ιστορίες φτώχιας , απόγνωσης, άγνοιας, με  τραγωδίες ανείπωτες για λίγα ψάρια να φάει η φαμελιά.

Οι μπουρλοτιέρηδες ήταν εφευρετικοί, έψαχναν λύσεις, είχαν καλές μα και πολύ κακές στιγμές που σημάδεψαν τη ζωή τους και το κορμί τους, ήταν γενναίοι. Πάλευαν με το θάνατο, όπως οι πανάρχαιοι πρόγονοί μας πάλευαν με τα θηρία για το ίδιο κομμάτι τροφής..

Η παράδοση καταγράφει τα γεγονότα κι από στόμα σε στόμα φτάνουν στο σήμερα να γνωρίζουν οι νεότεροι με πόσες δυσκολίες και κινδύνους  μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά μετά τον πόλεμο..